Όλοι ξέρουμε πως το αίμα, νερό δεν γίνεται.
Είναι οι άνθρωποι σου και όταν κάποια φορά ξεφεύγεις εσύ ή εκείνοι, τότε είτε αμέσως είτε αργότερα, σίγουρα όμως κάποια στιγμή, συγχωρείς και συγχωρείσαι.
Στο διάστημα της καραντίνας, μία από τις πολλές έγνοιες στο σπίτι μας ήταν να φροντίσουμε συγγενείς μεγάλης ηλικίας. Να τους νοιαστούμε τηλεφωνικά, να μας δώσουν τη λίστα με τα ψώνια που χρειάζονταν, να τους τα πάμε και να τα αφήσουμε στο κατώφλι τους με μεγάλη προσοχή. Όταν έληξε η αυστηρή καραντίνα, λαμβάνοντας όλα τα μέτρα, να τους πάμε στον γιατρό, στο φαρμακείο, στο σούπερ μάρκετ, στο μανάβικο, στην τράπεζα. Είναι οι άνθρωποι μας, το αίμα μας.
Φτάνει το καλοκαίρι, χαλαρώνουν ακόμα περισσότερο τα μέτρα. Έρχονται για τις καθιερωμένες διακοπές τους συγγενείς από το εξωτερικό. Βρισκόμαστε μία φορά, με δική μας πρωτοβουλία. "Περάσαμε από το σπίτι σας και έλειπε το αυτοκίνητο σας, ήταν και όλα κλειστά, γι'αυτό δεν σταματήσαμε". Είναι το καθιερωμένο ψεματάκι που μας λένε, το ετήσιο. Δεν πειράζει, πήγαμε εμείς, μία φορά τον χρόνο βρισκόμαστε, τι ψυχή έχει άλλη μία επίσκεψη στο χωριό. Οι συγγενείς που εξυπηρετούσαμε στη διάρκεια της καραντίνας (φυσικά και πριν, αλλά ας πάρουμε ως χρονικό σταθμό αυτή την περίοδο), μας αγνοούν. Μαζεύονται όλοι στο χωριό, μιλάνε, γελάνε, τρώνε, πίνουν, κάνουν βόλτες... εμάς δεν μας λέει τίποτα κανείς. Χρειάστηκαν κάποιες φορές να τους βοηθήσουμε σε κάτι. Εκεί μας είπαν. Και τηλέφωνα μας πήραν και οδηγίες μας έδωσαν. Τα κάναμε, οι μεν μεγάλοι σε ηλικία, οι δε σε διακοπές, εμείς εδώ με τα άγχη μας, αλλά, γιατί να σκάμε τις καρδιές μας;
Ώσπου, μετά από 3 εβδομάδες σχεδόν, ήρθε η ώρα της αναχώρησης για τους ετήσιους επισκέπτες. Και πώς έγινε, θεία φώτιση, τελευταία μέρα πριν την αναχώρηση, να συζητήσουν γλυκά και μελιστάλαχτα με μία από τις ηλικιωμένες συγγενείς, το ζήτημα ενός παλιού αυτοκινήτου, που ανήκε στον πατέρα τους τον συγχωρεμένο, και το οποίο δεν άξιζε πλέον να το έχουν στην κατοχή τους. Αλλά... Κοίτα να δεις μία ατυχής συγκυρία; Την επόμενη μέρα έφευγαν! Και τώρα; Ποιος θα αναλάμβανε να τους κάνει αυτή τη μικρή-μικρή δουλίτσα; Μα, η ηλικιωμένη, γλυκούλα, και πάντα εκεί για αυτούς, συγγενής. Που δεν ξέρει να ξεχωρίζει το ποδήλατο από το κάρο, το αυτοκίνητο από το τρακτέρ. Και για πείτε τώρα, με τον νου σας, σε ποιούς θα απευθυνόταν η γλυκούλα αυτή συγγενής, να τρέξουν εκείνοι "που ξέρουν" από αυτά;
Δόξα τω Θεώ. Μας σκέφτηκαν για άλλη μία φορά. Χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνει η Αθάνατη Ελληνίδα Μάνα. Με πολύ άγχος, η γλυκούλα την διατάζει να μας βρει και να επικοινωνήσουμε εμείς με τον μηχανικό, και να του πούμε...να πάει να πάρει το αυτοκίνητο από το χωριό. Να, να ξεβιδώσουμε τις πινακίδες και να τις καταθέσουμε μωρέ. Να μην πληρώνουν οι άνθρωποι στην ξενιτιά, κερατιάτικα. Η άτυχη που πήρε πίσω ήμουν εγώ. "Γιατί έβαλαν εσένα, θεία, να ασχοληθείς με κάτι τέτοιο; Αφού εσύ δεν έχεις σχέση με αυτά" "Πάρε τον μηχανικό και πες του να έρθει" "Σημείωσε τον αριθμό του, να πάρουν εκείνοι που είναι υπεύθυνοι, να συνεννοηθούν μαζί του" "Και τι ξέρουν εκείνοι από αυτά; Εκείνοι δεν ξέρουν τίποτα" ".... Μα εμείς δεν μπορούμε να μπούμε στη μέση, αυτά τα θέματα είναι περίπλοκα. Χρειάζεται το κληρονομητήριο, υπάρχουν η διεύθυνση συγκοινωνιών, η εφορία, η μονάδα ανακύκλωσης... Πρέπει να βρουν τα χαρτιά του αυτοκινήτου, την άδεια κυκλοφορίας..." "Μα δεν έχουν πληρώσει την ασφάλεια!" (ντόινγκ...άφησα πίσω την άσχημη πληροφορία περί έλλειψης ασφάλισης) "Άλλο η άδεια κυκλοφορίας, άλλο το σήμα, άλλο η ασφάλεια, θεία" "Αυτοί δεν έχουν τίποτα, ένα παλιό αμάξι είναι, να πάνε να παραδώσουν τις πινακίδες!" "...Μα πρέπει να πάνε οι ίδιοι να πάνε να τις παραδώσουν, οι συνδικαιούχοι όλοι! Εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι!"
Η συζήτηση του παραλόγου συνεχίστηκε για 5 λεπτά, μέχρις ότου η γλυκούλα θεία, είπε, μεταξύ άλλων... "Εσείς δεν ενδιαφέρεστε για κανέναν, μόνο για τον εαυτό σας ενδιαφέρεστε" "Εσείς ζείτε ζωή χαρισάμενη, δεν νοιάζεστε για κανέναν άλλον" "Εσείς κοιτάτε τον εαυτό σας μόνο" "Εγώ είμαι αυτή που τα έχω όλα βάρος πάνω μου" .......
Δεν την έβρισα, δεν ύψωσα τη φωνή μου. Της είπα "Μπράβο, ευχαριστούμε πολύ, για όλες τις φορές που σας βοηθήσαμε, που όποτε μας το ζητήσατε ήμασταν δίπλα σας, που τρέχουμε συνέχεια να σας εξυπηρετήσουμε, που εμάς παίρνετε τηλέφωνο όποτε χρειάζεστε κάτι".
Η έννοια της "συγγένειας" δεν σημαίνει "ο μεγαλύτερος έχει δικαίωμα να καταπατεί τον μικρότερο, και ο μικρότερος έχει την αιώνια υποχρέωση και να υπομένει και να δέχεται την αχαριστία και την ταπείνωση". Η συγγένεια σημαίνει "είμαι δίπλα σου όποτε με θες, είμαι από πίσω σου να σε στηρίξω όποτε με χρειαστείς, θα σου μιλήσω "άσχημα" επειδή σε αγαπάω και θέλω το καλό σου, το αίμα που μοιραζόμαστε που δίνει το δικαίωμα αυτό". Δεν σημαίνει τίποτα άλλο. Έτυχε να γεννηθούμε στο ίδιο σόι. Δεν σε επέλεξα, δεν με επέλεξες.
Στην Ελλάδα, όμως, έχουμε πέσει θύματα της εκμετάλλευσης της έννοιας αυτής. Ο ηλικιωμένος μπορεί να μας βρίζει και να μας προσβάλλει όσο θέλει, διότι τα χρόνια του πρόσθεσαν σοφία (........), και θα μας κλωτσάει και όσο θέλει. Γιατί; Σε ποια εποχή ζούμε;
Στην προσωπική μου περίπτωση, τέτοια λόγια και παρόμοια έχω ακούσει πάμπολλες φορές από τη συγκεκριμένη γυναίκα. Εδώ και χρόνια είμαι ψυχρή απέναντι της. Δεν την θεωρώ "αίμα" μου. Οι υπόλοιποι συγγενείς μου την επέβαλλαν ως "ηθική υποχρέωση". Αυτά όμως που άκουσα από το στόμα της, ενώ δύο μέρες πριν είχαμε πάει να την βρούμε να δούμε ότι είναι καλά, ήταν τα τελευταία της προς εμένα. Δεν το ξέρει, θα το καταλαβαίνει όσο περνάνε οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, και δεν θα με βλέπει (εκτός από μαζικές συνάξεις ή κατά τύχη), ούτε θα με ακούει.
Όσο για τους άλλους συγγενείς, που πέταξαν σε μία ανίδεη ηλικιωμένη τις δικές τους υποχρεώσεις, ένα θα πω. Karma is a bitch.
Αυτά.