Λοιπόν, πραγματικά δεν σκόπευα να ξαναγράψω σχετικά με το μπαρμανάκι αμέσως μετά την προηγούμενη ανάρτηση, αλλά μιας και πήγα χτες ξανά στο μαγαζί, και το βρίσκετε ενδιαφέρον θεματάκι (Βρε Μελαχρινάκι), αναθεώρησα.
Μάλλον το υπερ-ανάλυσα το πράγμα τις προηγούμενες μέρες και το τρακ που με κατέκλυσε την ώρα που πλησίαζα στο μαγαζί, ήταν από τα άγραφα. Αποτέλεσμα; Μπήκα σαν την στραβή και αντί να χαιρετήσω τα παιδιά μέσα, αγνόησα τους πάντες και τα πάντα. -2
Επειδή δεν υπήρχε άδειο κάθισμα στο μπαρ, βρήκα και κάθισα στο πιο άσχετο και έρημο σημείο του μαγαζιού. -1
Ευτυχώς μετά από κανα λεπτό ήρθε και η άλλη κοπέλα και καθίσαμε σε τραπεζάκι, σε νορμάλ μέρος.
Εξακολουθώντας να αγνοώ από το τρακ τους πάντες στο μπαρ, εξέφρασα ανησυχία στη φίλη μου, η οποία μου απάντησε πως η αμηχανία μου δεν ήταν εμφανής - και ας πούμε ότι συνήλθα κάπως. Αφού το μπαρμανάκι το βλέπω στο φιλικό, γιατί αυτό το λούσιμο, ρε φίλη;
Καπάκι, αδειάζουν θέσεις στο μπαρ, κι επειδή πράγματι είναι το καλυτερο σημείο του μαγαζιού, μεταφερθήκαμε εκεί. Στο σημείο στεκόταν το έρμο το αγνοημένο το παιδάκι, στο οποίο και χαμογέλασα πλατιά όταν κάθισα (μπας και εξαγνίσω την ανεγκέφαλη πρότερη συμπεριφορά μου), το χαιρέτησα, και το ρώτησα αν θυμάται το ποτό. Χαμογέλασε (σου λέει, μπα, μας μίλησε η παγοκολώνα; πώς και δεν πήγε να καθίσει στην πιο απόμακρη και σκοτεινή γωνιά του μαγαζιού, να μη μας βλέπει;) και απάντησε πως φυσικά ναι, το θυμάται. +1.
Η βραδιά κυλούσε σχετικά ήρεμα. Το μπαρμανάκι έκανε τις δουλειές του εκεί μπροστά μας (να πλύνει ποτήρια, να τακτοποιήσει, να μιλήσει με συναδέλφους, να ακουμπήσει στον πάγκο να ξαποστάσει), όπου φυσικά πότε-πότε του έριχνα καμια ματιά, αλλά μέτρια πράγματα. Διότι, αμα πήγαινα από τη μια στιγμή στην άλλη από την απόλυτη αδιαφορία προς το απόλυτο stalking, ε, το παιδάκι θα νόμιζε ότι είμαι καμια ψυχασθενής. Εδώ το νόμιζα εγώ η ίδια, τι λέμε τώρα.
Λίγο αργότερα, κι ενώ πάλι στεκόταν εκεί στη γωνία, γυρνάω ξαφνικά και τον ρωτάω από πού είναι. (εδώ δεν ξέρω τι βαθμό να βάλω, -1 για το απότομο ή +1 για το θάρρος; ας βάλω 0).
Είναι ερώτηση που προφανώς του κάνουν συχνά, διότι τα χρώματα του παραπέμπουν σε Σκανδιναβικές χώρες. Χαμογέλασε λοιπόν και είπε πως η μαμά του είναι από Σκανδιναβία (ας μην πω χώρα), και σχολίασε πως ο μπαμπάς του ήταν από εκείνους τους Greek lovers (lol). Του είπα πως και ένας θείος μου 'ξηγήθηκε με Σκανδιναβή (άκου "'ξηγήθηκε". Πού πας και τα σκέφτεσαι, ρε κοπελιά;) και γέλασε πάλι και είπε πως παλιά γινόταν συνέχεια αυτό.
Γύρισα λοιπόν στην κουβέντα με την φίλη μου, αλλά το μπαρμανάκι ήρθε κοντά και συνέχισε να μιλάει, λέγοντας πως, αν συνεχιζόταν το greek καμάκι όπως τότε, τώρα θα ήμασταν όλοι μισοί-μισοί. Δίκιο είχε. +1 (για όλο το σκηνικό).
Αργότερα, όταν ήρθε να ώρα να παραγγείλω το κοκτέιλ μου, παρατήρησα ότι δεν ήταν πίσω από την μπάρα. Είχε βγει στο πλάι. Γυρνάω και τον ρωτάω αν είναι σε διάλειμμα. "Όχι, όχι", απάντησε. Έκανα την παραγγελία μου. Μπήκε μέσα και έφτιαξε το Νο6. Μου το σέρβιρε, όλα ωραία και καλά. Συνεχίσαμε την κουβέντα με τη φίλη μου και μετά από λίγο μας διακόπτει και ρωτάει πώς μου φαίνεται. Του απάντησα πως αυτή τη φορά είναι πιο δυνατό, Νο7, αλλά πάλι γευστικό και δροσερό. +1
Τον ρώτησα αν ξέρει να το φτιάχνει και άλλο παιδί το συγκεκριμένο ποτάκι, ώστε να ξέρω να το ζητάω. Απάντησε πως όχι, μόνο εκείνος, αλλά έτσι κι αλλιώς πάντα εκεί είναι, επομένως δεν υπήρχε ζήτημα. Του είπα λοιπόν, άντε πες και το θέλω σε άλλο μαγαζί, τι θα κάνω; Θα σε κυνηγάω από πίσω; Γελάσαμε καλά. +1
Η βραδιά ήταν μεγάλη. Ήρθε και μας βρήκε ένα ζευγάρι, φίλοι της φίλης μου. Δεν χωρούσαμε στο μπαρ και μετακινηθήκαμε σε τραπέζι. Σαν να είδα το μπαρμανάκι να κοιτάζει με λίγη απογοήτευση. Μα τι να έκανα, να καθόταν ο ένας πάνω στον άλλον; Εξάλλου, δουλεύει, δεν είναι εκεί για χουζούρι. Γιατί να δώσουμε λαβές για οποιοδήποτε σχόλιο, και μάλιστα φλερτ, όταν δεν ισχύει κάτι τέτοιο;
Μετά από 2,5 πια ώρες, αποφάσισα πως η βραδιά έκλεινε για εμένα και αποχώρησα. Αυτή τη φορά κατά την έξοδο χαιρέτησα τα παιδιά του μπαρ και εκείνα εμένα.
Το σκορ, βλέπω, είναι +1. Ναι, εκφράζει το τελικό αποτέλεσμα, νομίζω, στον σωστό βαθμό. Δεν έγινε κάτι σπουδαίο, και νομίζω πως ούτε προκλήθηκε καμια καταστροφή με τη χαζή συμπεριφορά μου στην αρχή. Τι είχαμε, τι χάσαμε, εξάλλου. Ένα παιδί που δουλεύει σε μπαρ και, ακούσια και εκούσια, μιλάει και γνωρίζει κόσμο. Όσο όμως σκέφτομαι το τρακ που είχα... Τι παιχνίδια παίζει το μυαλό, ε;
Μάλλον το υπερ-ανάλυσα το πράγμα τις προηγούμενες μέρες και το τρακ που με κατέκλυσε την ώρα που πλησίαζα στο μαγαζί, ήταν από τα άγραφα. Αποτέλεσμα; Μπήκα σαν την στραβή και αντί να χαιρετήσω τα παιδιά μέσα, αγνόησα τους πάντες και τα πάντα. -2
Επειδή δεν υπήρχε άδειο κάθισμα στο μπαρ, βρήκα και κάθισα στο πιο άσχετο και έρημο σημείο του μαγαζιού. -1
Ευτυχώς μετά από κανα λεπτό ήρθε και η άλλη κοπέλα και καθίσαμε σε τραπεζάκι, σε νορμάλ μέρος.
Εξακολουθώντας να αγνοώ από το τρακ τους πάντες στο μπαρ, εξέφρασα ανησυχία στη φίλη μου, η οποία μου απάντησε πως η αμηχανία μου δεν ήταν εμφανής - και ας πούμε ότι συνήλθα κάπως. Αφού το μπαρμανάκι το βλέπω στο φιλικό, γιατί αυτό το λούσιμο, ρε φίλη;
Καπάκι, αδειάζουν θέσεις στο μπαρ, κι επειδή πράγματι είναι το καλυτερο σημείο του μαγαζιού, μεταφερθήκαμε εκεί. Στο σημείο στεκόταν το έρμο το αγνοημένο το παιδάκι, στο οποίο και χαμογέλασα πλατιά όταν κάθισα (μπας και εξαγνίσω την ανεγκέφαλη πρότερη συμπεριφορά μου), το χαιρέτησα, και το ρώτησα αν θυμάται το ποτό. Χαμογέλασε (σου λέει, μπα, μας μίλησε η παγοκολώνα; πώς και δεν πήγε να καθίσει στην πιο απόμακρη και σκοτεινή γωνιά του μαγαζιού, να μη μας βλέπει;) και απάντησε πως φυσικά ναι, το θυμάται. +1.
Η βραδιά κυλούσε σχετικά ήρεμα. Το μπαρμανάκι έκανε τις δουλειές του εκεί μπροστά μας (να πλύνει ποτήρια, να τακτοποιήσει, να μιλήσει με συναδέλφους, να ακουμπήσει στον πάγκο να ξαποστάσει), όπου φυσικά πότε-πότε του έριχνα καμια ματιά, αλλά μέτρια πράγματα. Διότι, αμα πήγαινα από τη μια στιγμή στην άλλη από την απόλυτη αδιαφορία προς το απόλυτο stalking, ε, το παιδάκι θα νόμιζε ότι είμαι καμια ψυχασθενής. Εδώ το νόμιζα εγώ η ίδια, τι λέμε τώρα.
Λίγο αργότερα, κι ενώ πάλι στεκόταν εκεί στη γωνία, γυρνάω ξαφνικά και τον ρωτάω από πού είναι. (εδώ δεν ξέρω τι βαθμό να βάλω, -1 για το απότομο ή +1 για το θάρρος; ας βάλω 0).
Είναι ερώτηση που προφανώς του κάνουν συχνά, διότι τα χρώματα του παραπέμπουν σε Σκανδιναβικές χώρες. Χαμογέλασε λοιπόν και είπε πως η μαμά του είναι από Σκανδιναβία (ας μην πω χώρα), και σχολίασε πως ο μπαμπάς του ήταν από εκείνους τους Greek lovers (lol). Του είπα πως και ένας θείος μου 'ξηγήθηκε με Σκανδιναβή (άκου "'ξηγήθηκε". Πού πας και τα σκέφτεσαι, ρε κοπελιά;) και γέλασε πάλι και είπε πως παλιά γινόταν συνέχεια αυτό.
Γύρισα λοιπόν στην κουβέντα με την φίλη μου, αλλά το μπαρμανάκι ήρθε κοντά και συνέχισε να μιλάει, λέγοντας πως, αν συνεχιζόταν το greek καμάκι όπως τότε, τώρα θα ήμασταν όλοι μισοί-μισοί. Δίκιο είχε. +1 (για όλο το σκηνικό).
Αργότερα, όταν ήρθε να ώρα να παραγγείλω το κοκτέιλ μου, παρατήρησα ότι δεν ήταν πίσω από την μπάρα. Είχε βγει στο πλάι. Γυρνάω και τον ρωτάω αν είναι σε διάλειμμα. "Όχι, όχι", απάντησε. Έκανα την παραγγελία μου. Μπήκε μέσα και έφτιαξε το Νο6. Μου το σέρβιρε, όλα ωραία και καλά. Συνεχίσαμε την κουβέντα με τη φίλη μου και μετά από λίγο μας διακόπτει και ρωτάει πώς μου φαίνεται. Του απάντησα πως αυτή τη φορά είναι πιο δυνατό, Νο7, αλλά πάλι γευστικό και δροσερό. +1
Τον ρώτησα αν ξέρει να το φτιάχνει και άλλο παιδί το συγκεκριμένο ποτάκι, ώστε να ξέρω να το ζητάω. Απάντησε πως όχι, μόνο εκείνος, αλλά έτσι κι αλλιώς πάντα εκεί είναι, επομένως δεν υπήρχε ζήτημα. Του είπα λοιπόν, άντε πες και το θέλω σε άλλο μαγαζί, τι θα κάνω; Θα σε κυνηγάω από πίσω; Γελάσαμε καλά. +1
Η βραδιά ήταν μεγάλη. Ήρθε και μας βρήκε ένα ζευγάρι, φίλοι της φίλης μου. Δεν χωρούσαμε στο μπαρ και μετακινηθήκαμε σε τραπέζι. Σαν να είδα το μπαρμανάκι να κοιτάζει με λίγη απογοήτευση. Μα τι να έκανα, να καθόταν ο ένας πάνω στον άλλον; Εξάλλου, δουλεύει, δεν είναι εκεί για χουζούρι. Γιατί να δώσουμε λαβές για οποιοδήποτε σχόλιο, και μάλιστα φλερτ, όταν δεν ισχύει κάτι τέτοιο;
Μετά από 2,5 πια ώρες, αποφάσισα πως η βραδιά έκλεινε για εμένα και αποχώρησα. Αυτή τη φορά κατά την έξοδο χαιρέτησα τα παιδιά του μπαρ και εκείνα εμένα.
Το σκορ, βλέπω, είναι +1. Ναι, εκφράζει το τελικό αποτέλεσμα, νομίζω, στον σωστό βαθμό. Δεν έγινε κάτι σπουδαίο, και νομίζω πως ούτε προκλήθηκε καμια καταστροφή με τη χαζή συμπεριφορά μου στην αρχή. Τι είχαμε, τι χάσαμε, εξάλλου. Ένα παιδί που δουλεύει σε μπαρ και, ακούσια και εκούσια, μιλάει και γνωρίζει κόσμο. Όσο όμως σκέφτομαι το τρακ που είχα... Τι παιχνίδια παίζει το μυαλό, ε;